- πονοκεφάλιασμα
- το, -ατοςενόχληση, ζάλισμα, σκοτούρα.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
πονοκεφάλιασμα — το, Ν [πονοκεφαλιάζω] 1. μεγάλη ενόχληση που προέρχεται κυρίως από θόρυβο, ζαλάδα 2. σκοτούρα … Dictionary of Greek
φροντίδα — η 1. η απασχόληση με κάτι, η μέριμνα, η σκέψη. 2. ενεργό ενδιαφέρον, έγνοια, σκοτούρα, πονοκεφάλιασμα: Και το χιλιάκριβο πιοτό που διώχνει τις φροντίδες (Κ. Παλαμάς) … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
φρόντιση — φρόντιση, η και φροντισιά, η φροντίδα, μέριμνα, έγνοια, πονοκεφάλιασμα: Τη φρόντιση της δουλειάς την άφησε στον αδερφό του … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)